Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inválido
01
άκυρος, μη έγκυρος
que no es legalmente aceptable o que carece de fuerza legal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más inválido
συγκριτικός βαθμός
más inválido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inválido
αρσενικό πληθυντικό
inválidos
θηλυκό ενικό
inválida
θηλυκό πληθυντικό
inválidas
Παραδείγματα
El pasaporte caducado está inválido.
Το ληγμένο διαβατήριο είναι άκυρο.



























