Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inválido
01
άκυρος, μη έγκυρος
que no es legalmente aceptable o que carece de fuerza legal
Παραδείγματα
La oferta expiró y es inválida.
Η προσφορά έληξε και είναι άκυρη.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
άκυρος, μη έγκυρος