inválido

Ορισμός και σημασία του "inválido"στα ισπανικά

01

άκυρος, μη έγκυρος

que no es legalmente aceptable o que carece de fuerza legal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más inválido
συγκριτικός βαθμός
más inválido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inválido
αρσενικό πληθυντικό
inválidos
θηλυκό ενικό
inválida
θηλυκό πληθυντικό
inválidas
Παραδείγματα
La oferta expiró y es inválida.
Η προσφορά έληξε και είναι άκυρη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store