Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La intolerancia
01
μισαλλοδοξία, προκατάληψη
actitud de rechazo o falta de aceptación hacia ideas, personas o grupos diferentes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La intolerancia hacia otras culturas genera conflictos.
Η μισαλλοδοξία προς άλλους πολιτισμούς δημιουργεί συγκρούσεις.
02
δυσανεξία, ανοχή
incapacidad del organismo o del sistema inmunitario para tolerar ciertas sustancias o estímulos
Παραδείγματα
El paciente presenta intolerancia a la lactosa.
Ο ασθενής παρουσιάζει δυσανεξία στη λακτόζη.



























