la integridad

Ορισμός και σημασία του "integridad"στα ισπανικά

01

ακεραιότητα

cualidad de actuar con ética, rectitud y coherencia moral
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Su integridad le permitió admitir errores.
Η ακεραιότητά του του επέτρεψε να παραδεχτεί τα λάθη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store