Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
instrumental
01
οργανικό
que pertenece o se refiere a instrumentos musicales, sin voz
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
instrumental
αρσενικό πληθυντικό
instrumentales
θηλυκό ενικό
instrumental
θηλυκό πληθυντικό
instrumentales
Παραδείγματα
La versión instrumental de la canción es muy popular.
Η οργανική έκδοση του τραγουδιού είναι πολύ δημοφιλής.
02
βοηθητικός, χρήσιμος
que sirve como prueba o medio decisivo para demostrar algo
Παραδείγματα
Su testimonio fue instrumental para resolver el caso.
Η κατάθεσή του ήταν καθοριστική για την επίλυση της υπόθεσης.
Λεξικό Δέντρο
instrumental
instrument



























