Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La inmunidad
01
ανοσία
capacidad del organismo para resistir infecciones o enfermedades
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La vacunación ayuda a desarrollar inmunidad.
Ο εμβολιασμός βοηθά στην ανάπτυξη ανοσίας.



























