inmune
inmune

Ορισμός και σημασία του "inmune"στα ισπανικά

01

ανοσοποιημένος, άνοσος

que tiene capacidad de resistir o no verse afectado por una infección, enfermedad o sustancia 
inmune definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas inmune
συγκριτικός βαθμός
mas inmune
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inmune
αρσενικό πληθυντικό
inmunes
θηλυκό ενικό
inmune
θηλυκό πληθυντικό
inmunes
Παραδείγματα
El cuerpo se vuelve inmune después de la infección. 

Το σώμα γίνεται άνοσο μετά τη μόλυνση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store