Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inferir
01
συμπεραίνω, συνάγω
deducir información a partir de evidencia o razonamiento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
infiero
γ΄ ενικό πρόσωπο
infiere
ενεστώτα μετοχή
infiriendo
απλός αόριστος
infirió
παθητική μετοχή
inferido
Παραδείγματα
Podemos inferir sus intenciones por sus acciones.
Μπορούμε να συμπεράνουμε τις προθέσεις του από τις πράξεις του.
LanGeek



























