Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
infeccioso
01
μολυσματικός
que puede causar una infección al transmitir microorganismos como bacterias o virus
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
el más infeccioso
συγκριτικός βαθμός
más infeccioso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
infeccioso
αρσενικό πληθυντικό
infecciosos
θηλυκό ενικό
infecciosa
θηλυκό πληθυντικό
infecciosas
Παραδείγματα
La saliva puede ser un vehículo para agentes infecciosos.
Το σάλιο μπορεί να είναι ένα όχημα για μολυσματικούς παράγοντες.



























