Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inexpresivo
01
ανέκφραστος, απαθής
que no muestra emociones en el rostro o comportamiento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas inexpresivo
συγκριτικός βαθμός
mas inexpresivo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inexpresivo
αρσενικό πληθυντικό
inexpresivos
θηλυκό ενικό
inexpresiva
θηλυκό πληθυντικό
inexpresivas
Παραδείγματα
Se quedó con el rostro inexpresivo.
Έμεινε με ανέκφραστο πρόσωπο.



























