Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
imitar
01
μιμούμαι
copiar la manera de actuar, hablar o crear de otra persona
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
imito
γ΄ ενικό πρόσωπο
imita
ενεστώτα μετοχή
imitando
απλός αόριστος
imitó
παθητική μετοχή
imitado
Παραδείγματα
Imita el canto de un famoso cantante.
Μιμείται το τραγούδι ενός διάσημου τραγουδιστή.



























