Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
imaginativo
01
εφευρετικός
que tiene mucha capacidad para crear ideas nuevas o imaginar cosas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas imaginativo
συγκριτικός βαθμός
mas imaginativo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
imaginativo
αρσενικό πληθυντικό
imaginativos
θηλυκό ενικό
imaginativa
θηλυκό πληθυντικό
imaginativas
Παραδείγματα
Es un escritor muy imaginativo.
Είναι ένας πολύ δημιουργικός συγγραφέας.



























