Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El huésped
01
επισκέπτης, καλεσμένος
persona que recibe alojamiento o invitación en un lugar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
huéspedes
Παραδείγματα
El huésped llegó temprano al hotel.
Ο επισκέπτης έφτασε νωρίς στο ξενοδοχείο.
02
ξενιστής, οργανισμός ξενιστής
organismo que alberga a otro organismo dentro de sí
Παραδείγματα
El parásito vive dentro de un huésped.
Το παράσιτο ζει μέσα σε έναν ξενιστή.



























