Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La humillación
01
ταπείνωση, εξευτελισμός
la acción o el efecto de humillar, o el sentimiento de vergüenza y degradación que produce
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
humillaciones
Παραδείγματα
Su sonrisa ocultaba la humillación que sentía por dentro.
Το χαμόγελό του κρύβει την ταπείνωση που ένιωθε μέσα του.



























