Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hotelero
01
relacionado con los hoteles o con su actividad
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
El sector hotelero creció este año.
El hotelero
01
persona que posee o dirige un hotel
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El hotelero recibió a los nuevos huéspedes.



























