horrorizar
horrorizar

Ορισμός και σημασία του "horrorizar"στα ισπανικά

horrorizar
01

τρομοκρατώ, φρικάρω

causar un sentimiento intenso de horror, miedo o repulsión extrema 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
horrorizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
horroriza
ενεστώτα μετοχή
horrorizando
απλός αόριστος
horrorizó
παθητική μετοχή
horrorizado
Παραδείγματα
Las imágenes del desastre horrorizaron al mundo entero. 

Οι εικόνες της καταστροφής τρομοκράτησαν ολόκληρο τον κόσμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store