honesto
ho
o
o
nes
ˈnes
nes
to
to
to
modestomolestoarrestosupuesto

Ορισμός και σημασία του "honesto"στα ισπανικά

01

ειλικρινής

que actúa con verdad y rectitud 
honesto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más honesto
συγκριτικός βαθμός
más honesto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
honesto
αρσενικό πληθυντικό
honestos
θηλυκό ενικό
honesta
θηλυκό πληθυντικό
honestas
Παραδείγματα
Siempre ha sido un hombre honesto. 

Ήταν πάντα ένας τίμιος άνθρωπος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store