holgado

Ορισμός και σημασία του "holgado"στα ισπανικά

01

ευρύς, χαλαρός

que queda ancha y no se ajusta al cuerpo
holgado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más holgado
συγκριτικός βαθμός
más holgado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
holgado
αρσενικό πληθυντικό
holgados
θηλυκό ενικό
holgada
θηλυκό πληθυντικό
holgadas
Παραδείγματα
Ese abrigo holgado me queda demasiado grande.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store