heterodoxo
heterodoxo

Ορισμός και σημασία του "heterodoxo"στα ισπανικά

heterodoxo
01

ετερόδοξος

que se aparta de las ideas, normas o creencias aceptadas 
heterodoxo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más heterodoxo
συγκριτικός βαθμός
más heterodoxo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
heterodoxo
αρσενικό πληθυντικό
heterodoxos
θηλυκό ενικό
heterodoxa
θηλυκό πληθυντικό
heterodoxas
Παραδείγματα
Su enfoque heterodoxo sorprendió al comité. 

Η ετερόδοξη προσέγγισή του εξέπληξε την επιτροπή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store