Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El hemiciclo
01
ημικύκλιο
sala o recinto con forma semicircular donde se celebran asambleas o sesiones parlamentarias
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
hemiciclos
Παραδείγματα
Los diputados entraron al hemiciclo.
Οι βουλευτές εισήλθαν στο ημικυκλικό αμφιθέατρο.



























