guiñar
guiñar
guisarguiar

Ορισμός και σημασία του "guiñar"στα ισπανικά

guiñar
01

cerrar y abrir rápidamente un ojo como señal o gesto 

guiñar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
Παραδείγματα
Me guiñó un ojo al entrar. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store