la guita

Ορισμός και σημασία του "guita"στα ισπανικά

01

σχοινί, κορδόνι

cuerda o cordón que se utiliza para atar o sujetar objetos
la guita definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
guitas
Παραδείγματα
La guita estaba enredada en la esquina del garaje.
Η γκίτα ήταν μπερδεμένη στη γωνία του γκαράζ.
02

χρήματα, μετρητά

dinero en efectivo o recursos económicos
Παραδείγματα
La guita que recibió fue suficiente para pagar la deuda.
Η γκουίτα που έλαβε ήταν αρκετή για να πληρώσει το χρέος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store