gruñir
gru
gɾu
groo
ñir
ˈɲiɾ
niir
asumirsentirsurgiremitir

Ορισμός και σημασία του "gruñir"στα ισπανικά

gruñir
01

γρυλίζω

emitir un sonido bajo y áspero , especialmente un animal 
gruñir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
gruño
γ΄ ενικό πρόσωπο
gruñe
ενεστώτα μετοχή
gruñendo
απλός αόριστος
gruñó
παθητική μετοχή
gruñido
Παραδείγματα
El perro gruñía cuando alguien se acercaba a su dueño. 

Ο σκύλος γρύλιζε όταν κάποιος πλησίαζε τον ιδιοκτήτη του.

02

γκρινιάζω, παραπονιέμαι

expresar quejas de manera constante o descontenta 
gruñir definition and meaning
Παραδείγματα
Siempre gruñe por el trabajo que tiene que hacer. 

Πάντα γκρινιάζει για τη δουλειά που πρέπει να κάνει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store