gruñir

Ορισμός και σημασία του "gruñir"στα ισπανικά

gruñir
01

γρυλίζω

emitir un sonido bajo y áspero, especialmente un animal
gruñir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
gruño
γ΄ ενικό πρόσωπο
gruñe
ενεστώτα μετοχή
gruñendo
απλός αόριστος
gruñó
παθητική μετοχή
gruñido
Παραδείγματα
El animal gruñía ante cualquier movimiento extraño.
Το ζώο γρύλιζε μπροστά σε κάθε περίεργη κίνηση.
02

γκρινιάζω, παραπονιέμαι

expresar quejas de manera constante o descontenta
gruñir definition and meaning
Παραδείγματα
Gruñía porque tenía frío.
Μουρμούριζε γιατί κρύωνε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store