Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gruñir
01
γρυλίζω
emitir un sonido bajo y áspero , especialmente un animal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
gruño
γ΄ ενικό πρόσωπο
gruñe
ενεστώτα μετοχή
gruñendo
απλός αόριστος
gruñó
παθητική μετοχή
gruñido
Παραδείγματα
El perro gruñía cuando alguien se acercaba a su dueño.
Ο σκύλος γρύλιζε όταν κάποιος πλησίαζε τον ιδιοκτήτη του.
02
γκρινιάζω, παραπονιέμαι
expresar quejas de manera constante o descontenta
Παραδείγματα
Siempre gruñe por el trabajo que tiene que hacer.
Πάντα γκρινιάζει για τη δουλειά που πρέπει να κάνει.



























