grosero
gro
gɾo
gro
se
ˈse
se
ro
ɾo
ro
barberogranerobraserobanquero

Ορισμός και σημασία του "grosero"στα ισπανικά

01

αγενής, αγροίκος

que muestra falta de educación o respeto 
grosero definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más grosero
συγκριτικός βαθμός
más grosero
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
grosero
αρσενικό πληθυντικό
groseros
θηλυκό ενικό
grosera
θηλυκό πληθυντικό
groseras
θεματικό πεδίο
comportamiento, educación, interacción
Παραδείγματα
No seas grosero con tus amigos. 

Μην είσαι αγενής με τους φίλους σου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store