Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gratificante
01
ικανοποιητικός, ανταποδοτικός
que produce satisfacción o placer por ser valioso o significativo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más gratificante
συγκριτικός βαθμός
más gratificante
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
gratificante
αρσενικό πληθυντικό
gratificantes
θηλυκό ενικό
gratificante
θηλυκό πληθυντικό
gratificantes
Παραδείγματα
Ayudar a otros puede ser muy gratificante.
Το να βοηθάς τους άλλους μπορεί να είναι πολύ ικανοποιητικό.



























