gramático

Ορισμός και σημασία του "gramático"στα ισπανικά

gramático
01

γραμματικός, σωστός σύμφωνα με τους κανόνες της γλώσσας

relativo a la gramática o correcto según las reglas del idioma
gramático definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
gramático
αρσενικό πληθυντικό
gramáticos
θηλυκό ενικό
gramática
θηλυκό πληθυντικό
gramáticas
Παραδείγματα
Aprender el uso gramático ayuda a escribir mejor.
Η εκμάθηση της γραμματικής χρήσης βοηθά στη γραφή καλύτερα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store