gratico
gra
gɾa
γκρα
ˈma
μα
ti
ti
τι
co
ko
κο
maniáticoaromáticoclimáticosimpático

Ορισμός και σημασία του "gramático"στα ισπανικά

gramático
01

γραμματικός, σωστός σύμφωνα με τους κανόνες της γλώσσας

relativo a la gramática o correcto según las reglas del idioma 
gramático definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
gramático
αρσενικό πληθυντικό
gramáticos
θηλυκό ενικό
gramática
θηλυκό πληθυντικό
gramáticas
θεματικό πεδίο
lingüística, lenguaje, educación
Παραδείγματα
Corrigió los errores gramáticos del texto. 

Διόρθωσε τα γραμματικά λάθη του κειμένου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store