Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El gobernante
01
κυβερνήτης, άρχοντας
una persona que tiene el poder político para dirigir un país o territorio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
gobernantes
Παραδείγματα
El gobernante anunció nuevas reformas económicas.
Ο κυβερνήτης ανακοίνωσε νέες οικονομικές μεταρρυθμίσεις.
gobernante
01
κυβερνών, κυρίαρχος
que tiene el poder político o ejerce el gobierno
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
gobernante
αρσενικό πληθυντικό
gobernantes
θηλυκό ενικό
gobernante
θηλυκό πληθυντικό
gobernantes
θεματικό πεδίο
política, gobierno, poder
Παραδείγματα
El partido gobernante perdió las elecciones.
Το κυβερνών κόμμα έχασε τις εκλογές.
LanGeek



























