Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
galopar
01
καλπάζω, τρέχω με καλπασμό
moverse un caballo a la velocidad del galope
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
galopo
γ΄ ενικό πρόσωπο
galopa
ενεστώτα μετοχή
galopando
απλός αόριστος
galopó
παθητική μετοχή
galopado
Παραδείγματα
Durante la competición, galopaban todos los caballos.
Κατά τη διάρκεια του διαγωνισμού, όλα τα άλογα έτρεχαν γαλόπ.



























