galopar
ga
ga
ga
lo
lo
lo
par
ˈpaɾ
par
emigrarcalamaracertarenfocar

Ορισμός και σημασία του "galopar"στα ισπανικά

galopar
01

καλπάζω, τρέχω με καλπασμό

moverse un caballo a la velocidad del galope 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
galopo
γ΄ ενικό πρόσωπο
galopa
ενεστώτα μετοχή
galopando
απλός αόριστος
galopó
παθητική μετοχή
galopado
Παραδείγματα
El caballo galopaba por el campo abierto. 

Το άλογο έτρεχε γαλόπ ανοικτό χωράφι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store