forjar
for
foɾ
φορ
jar
ˈxaɾ
χαρ
forzarformarforrar

Ορισμός και σημασία του "forjar"στα ισπανικά

forjar
01

σφυρηλατώ, διαμορφώνω

crear o formar algo con esfuerzo o dedicación 
forjar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
forjo
γ΄ ενικό πρόσωπο
forja
ενεστώτα μετοχή
forjando
απλός αόριστος
forjó
παθητική μετοχή
forjado
Παραδείγματα
Los artesanos forjan piezas de hierro en el taller. 

Οι τεχνίτες σφυρηλατούν κομμάτια σιδήρου στο εργαστήριο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store