Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
forjar
01
σφυρηλατώ, διαμορφώνω
crear o formar algo con esfuerzo o dedicación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
forjo
γ΄ ενικό πρόσωπο
forja
ενεστώτα μετοχή
forjando
απλός αόριστος
forjó
παθητική μετοχή
forjado
Παραδείγματα
El calor y el martillo sirven para forjar el acero.
Η θερμότητα και το σφυρί χρησιμεύουν για σφυρηλάτηση του χάλυβα.



























