Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fomentar
01
ενθαρρύνω, προάγω
impulsar, promover o favorecer el desarrollo de una actividad o sentimiento
Παραδείγματα
Es bueno fomentar el deporte.
Είναι καλό να ενθαρρύνεις τον αθλητισμό.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ενθαρρύνω, προάγω