Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El filo
01
κοφτερός άκρη
el filo el borde cortante de un cuchillo, una espada o cualquier herramienta afilada
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
filos
Παραδείγματα
El filo del cuchillo está muy afilado, ten cuidado.
Η λεπίδα του μαχαιριού είναι πολύ κοφτερή, πρόσεχε.
02
συνομοταξία, φύλο
un grupo taxonómico que está debajo del reino y por encima de la clase
Παραδείγματα
El filo de los cordados incluye a los vertebrados.
Το φύλο των χορδωτών περιλαμβάνει τα σπονδυλωτά.



























