Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
figurar
01
εμφανίζομαι
estar presente o formar parte de algo en un lugar o lista determinada
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
figuro
γ΄ ενικό πρόσωπο
figura
ενεστώτα μετοχή
figurando
απλός αόριστος
figuró
παθητική μετοχή
figurado
Παραδείγματα
Su nombre no figura en la lista de invitados.
Το όνομά του δεν εμφανίζεται στον κατάλογο των καλεσμένων.
02
αντιπροσωπεύω
representar la imagen de una persona, animal o cosa en una obra de arte o símbolo
Παραδείγματα
La estatua figura a un antiguo guerrero.
Το άγαλμα απεικονίζει έναν αρχαίο πολεμιστή.



























