fertilizar
fer
feɾ
fer
ti
ti
ti
li
li
li
zar
ˈθaɾ
thar
extraditarreutilizarsentenciarsolucionar

Ορισμός και σημασία του "fertilizar"στα ισπανικά

fertilizar
01

γονιμοποιώ, λιπαίνω

unir un espermatozoide con un óvulo para iniciar el desarrollo de un nuevo individuo 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
fertilizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
fertiliza
ενεστώτα μετοχή
fertilizando
απλός αόριστος
fertilizó
παθητική μετοχή
fertilizado
Παραδείγματα
El espermatozoide fertiliza al óvulo para formar un cigoto. 

Το σπερματοζωάριο γονιμοποιεί το ωάριο για να σχηματίσει ζυγώτη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store