Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fertilizar
01
γονιμοποιώ, λιπαίνω
unir un espermatozoide con un óvulo para iniciar el desarrollo de un nuevo individuo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
fertilizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
fertiliza
ενεστώτα μετοχή
fertilizando
απλός αόριστος
fertilizó
παθητική μετοχή
fertilizado
Παραδείγματα
Los peces fertilizan sus huevos en el agua de forma masiva.
Γονιμοποιούν τα αυγά τους στο νερό μαζικά.



























