la fertilidad
fertilidad

Ορισμός και σημασία του "fertilidad"στα ισπανικά

01

γονιμότητα

capacidad de producir descendencia o reproducirse 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La fertilidad disminuye con la edad. 

Η γονιμότητα μειώνεται με την ηλικία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store