Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La fertilidad
[gender: feminine]
01
γονιμότητα
capacidad de producir descendencia o reproducirse
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La fertilidad puede verse afectada por el estrés.



























