Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fermentar
01
ζυμώνω
sufrir un proceso químico donde microorganismos como levaduras o bacterias descomponen una sustancia, cambiando su sabor, textura y propiedades
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
fermento
γ΄ ενικό πρόσωπο
fermenta
ενεστώτα μετοχή
fermentando
απλός αόριστος
fermentó
παθητική μετοχή
fermentado
Παραδείγματα
Siempre fermento los pepinos en salmuera.
Πάντα ζυμώνω τα αγγούρια σε άλμη.



























