Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
facultativo
01
προαιρετικός, μη υποχρεωτικός
que no es obligatorio y depende de la elección o criterio
Παραδείγματα
La participación es facultativa y no obligatoria.
Η συμμετοχή είναι προαιρετική και όχι υποχρεωτική.
02
ιατρικός, υγειονομικός
relativo a la profesión médica; médico o profesional de la salud
Παραδείγματα
El criterio facultativo recomendó tratamiento inmediato.
Το ιατρικό κριτήριο συνέστησε άμεση θεραπεία.



























