Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exultar
01
αγαλλιάζω, ευφραίνομαι
sentir o expresar gran alegría o satisfacción, generalmente por un logro o triunfo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
exulto
γ΄ ενικό πρόσωπο
exulta
ενεστώτα μετοχή
exultando
απλός αόριστος
exultó
παθητική μετοχή
exultado
Παραδείγματα
Exultaron de alegría al recibir la noticia de su victoria.
Εξουσιάστηκαν από χαρά όταν έλαβαν την είδηση της νίκης τους.



























