exhaustivo

Ορισμός και σημασία του "exhaustivo"στα ισπανικά

exhaustivo
01

εξαντλητικός, πλήρης

que incluye todos los detalles o aspectos posibles
exhaustivo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas exhaustivo
συγκριτικός βαθμός
mas exhaustivo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
exhaustivo
αρσενικό πληθυντικό
exhaustivos
θηλυκό ενικό
exhaustiva
θηλυκό πληθυντικό
exhaustivas
Παραδείγματα
Realizaron una investigación exhaustiva del caso.
Διενήργησαν εξονυχιστική έρευνα της υπόθεσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store