Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
esterilizar
01
αποστειρώνω
eliminar bacterias u otros microorganismos de un objeto o superficie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
esterilizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
esteriliza
ενεστώτα μετοχή
esterilizando
απλός αόριστος
esterilizó
παθητική μετοχή
esterilizado
Παραδείγματα
Esterilizaron los instrumentos antes de la cirugía.
Αποστείρωσαν τα εργαλεία πριν από τη χειρουργική επέμβαση.
02
στειρώνω, ευνουχίζω
impedir que un animal o persona se reproduzca
Παραδείγματα
Es recomendable esterilizar a los perros callejeros.
Συνιστάται να στειρώσετε τα αδέσποτα σκυλιά.



























