esterilizar
es
es
es
te
te
te
ri
ɾi
ri
li
li
li
zar
ˈθaɾ
thar
estabilizar

Ορισμός και σημασία του "esterilizar"στα ισπανικά

esterilizar
01

αποστειρώνω

eliminar bacterias u otros microorganismos de un objeto o superficie 
esterilizar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
esterilizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
esteriliza
ενεστώτα μετοχή
esterilizando
απλός αόριστος
esterilizó
παθητική μετοχή
esterilizado
Παραδείγματα
Esterilizaron los instrumentos antes de la cirugía. 

Αποστείρωσαν τα εργαλεία πριν από τη χειρουργική επέμβαση.

02

στειρώνω, ευνουχίζω

impedir que un animal o persona se reproduzca 
Παραδείγματα
Es recomendable esterilizar a los perros callejeros. 

Συνιστάται να στειρώσετε τα αδέσποτα σκυλιά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store