Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La espiritualidad
01
πνευματικότητα
conjunto de creencias o experiencias relacionadas con lo espiritual o lo trascendente
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La espiritualidad forma parte de su vida diaria.
Η πνευματικότητα είναι μέρος της καθημερινής της ζωής.



























