espacial
espacial
especialesencial

Ορισμός και σημασία του "espacial"στα ισπανικά

01

διαστημικός, χωρικός

relativo al espacio exterior o al universo 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
espacial
αρσενικό πληθυντικό
espaciales
θηλυκό ενικό
espacial
θηλυκό πληθυντικό
espaciales
θεματικό πεδίο
espacio, ciencia
Παραδείγματα
La investigación espacial avanza rápidamente. 

Η διαστημική έρευνα προχωρά γρήγορα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store