Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El esnobismo
01
actitud de quien presume de gustos, conocimientos o posición social para sentirse superior
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Su esnobismo molestaba a muchos compañeros.



























