escénico

Ορισμός και σημασία του "escénico"στα ισπανικά

01

σκηνικός, θεατρικός

relacionado con el escenario o la representación teatral
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
escénico
αρσενικό πληθυντικό
escénicos
θηλυκό ενικό
escénica
θηλυκό πληθυντικό
escénicas
Παραδείγματα
El actor domina el espacio escénico con facilidad.
Ο ηθοποιός κυριαρχεί στον σκηνικό χώρο με ευκολία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store