la escápula
escápula

Ορισμός και σημασία του "escápula"στα ισπανικά

01

ωμοπλάτη

hueso plano de la parte posterior del hombro 
la escápula definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
escápulas
Παραδείγματα
Se fracturó la escápula en el accidente. 

Έσπασε την ωμοπλάτη του στο ατύχημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store