epidemiológico
e
e
ε
pi
pi
πι
dem
ðem
δεμ
io
jo
γο
ló
ˈlo
λο
gi
xi
χι
co
ko
κο
fisiológicoideológicológico

Ορισμός και σημασία του "epidemiológico"στα ισπανικά

epidemiológico
01

επιδημιολογικός

relativo al estudio de la distribución y causas de las enfermedades en poblaciones 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
epidemiológico
αρσενικό πληθυντικό
epidemiológicos
θηλυκό ενικό
epidemiológica
θηλυκό πληθυντικό
epidemiológicas
θεματικό πεδίο
epidemiología, medicina, ciencia
Παραδείγματα
Se realizó un estudio epidemiológico del brote. 

Διεξήχθη μια επιδημιολογική μελέτη της έξαρσης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store