Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entrelazar
01
πλέκω, υφαίνω
cruzar hilos, fibras o elementos de manera alternada para formar una tela o estructura
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
entrelazo
γ΄ ενικό πρόσωπο
entrelaza
ενεστώτα μετοχή
entrelazando
απλός αόριστος
entrelazó
παθητική μετοχή
entrelazado
Παραδείγματα
Para hacer el patrón, debes entrelazar el hilo rojo sobre dos hilos azules.
Για να φτιάξετε το σχέδιο, πρέπει να πλέξετε το κόκκινο νήμα πάνω από δύο μπλε νήματα.



























