la encía
e
e
e
nc
ˈnθi
nthi
ía
a
a
judíamaníacríaironía

Ορισμός και σημασία του "encía"στα ισπανικά

01

ούλο

parte de la boca que cubre los dientes 
la encía definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
encías
Παραδείγματα
Me duele una encía. 

Ένα ούλο με πονάει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store