Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
empresarial
01
επιχειρηματικός
relativo a la actividad o gestión de empresas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
empresarial
αρσενικό πληθυντικό
empresariales
θηλυκό ενικό
empresarial
θηλυκό πληθυντικό
empresariales
Παραδείγματα
Tiene una gran experiencia en el mundo empresarial.
Έχει μεγάλη εμπειρία στον επιχειρηματικό κόσμο empresarial.



























