Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
emocionante
01
συναρπαστικός
que provoca una fuerte emoción o entusiasmo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más emocionante
συγκριτικός βαθμός
más emocionante
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
emocionante
αρσενικό πληθυντικό
emocionantes
θηλυκό ενικό
emocionante
θηλυκό πληθυντικό
emocionantes
Παραδείγματα
La ceremonia de premios fue emocionante y llena de sorpresas.
Η τελετή απονομής βραβείων ήταν συναρπαστική και γεμάτη εκπλήξεις.
02
تکاندهنده, تأثیرگذار



























