emitir

Ορισμός και σημασία του "emitir"στα ισπανικά

emitir
01

εκπέμπω, απελευθερώνω

producir o liberar algo, como luz, sonido, gases o señales
emitir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
emito
γ΄ ενικό πρόσωπο
emite
ενεστώτα μετοχή
emitiendo
απλός αόριστος
emitió
παθητική μετοχή
emitido
Παραδείγματα
El coche emite dióxido de carbono.
Το αυτοκίνητο εκπέμπει διοξείδιο του άνθρακα.
02

εκπέμπω

transmitir programas de radio o televisión a los oyentes o espectadores
emitir definition and meaning
Παραδείγματα
La emisora emite noticias las 24 horas.
Ο σταθμός εκπέμπει ειδήσεις 24 ώρες την ημέρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store