emitir
e
e
e
mi
mi
mi
tir
ˈtiɾ
tir
gruñirasumirsentirsurgir

Ορισμός και σημασία του "emitir"στα ισπανικά

emitir
01

εκπέμπω, απελευθερώνω

producir o liberar algo, como luz, sonido, gases o señales 
emitir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
emito
γ΄ ενικό πρόσωπο
emite
ενεστώτα μετοχή
emitiendo
απλός αόριστος
emitió
παθητική μετοχή
emitido
Παραδείγματα
La fábrica emite humo a la atmósfera. 

Το εργοστάσιο εκπέμπει καπνό στην ατμόσφαιρα.

02

εκπέμπω

transmitir programas de radio o televisión a los oyentes o espectadores 
emitir definition and meaning
Παραδείγματα
La cadena emitirá el partido de fútbol. 

Το κανάλι θα εκπέμψει τον αγώνα ποδοσφαίρου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store