Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La doctrina
01
δόγμα, διδασκαλία
conjunto de ideas, enseñanzas o principios que guían una religión, filosofía o disciplina
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
doctrinas
Παραδείγματα
La doctrina puede aplicarse a la educación, la religión o la política.
Η δογματική μπορεί να εφαρμοστεί στην εκπαίδευση, τη θρησκεία ή την πολιτική.



























